Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Στον κομμουνισμό η διέξοδος

 Τι μας έλεγαν μέχρι πρότινος; Οτι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι το υψηλό έλλειμμα και το υψηλό κρατικό χρέος, που σε συνδυασμό με την αναξιοπιστία του ελληνικού κράτους, οδηγεί τα επιτόκια δανεισμού στα ύψη. Μέχρι να περάσει το «χοντρό πακέτο» της 3ης Μάρτη, δεν γινόταν κουβέντα για οτιδήποτε άλλο. Μόλις ψηφίστηκε το «πακέτο» άρχισαν οι πρώτες μπηχτές για τον ιδιωτικό τομέα. Ξεκίνησε ο Ολι Ρεν και ακολούθησε ο Ντομινίκ Στρος-Καν. Μέχρι που φτάσαμε στο Μνημόνιο και στα «πακέτα» και όχι «πακέτο» πλέον. Τώρα, το χρέος και το έλλειμμα έχουν ξεχαστεί και οι δηλώσεις εστιάζονται στην «ανταγωνιστικότητα».


Ο Στρος-Καν μας τα λέει πολύ καθαρά πλέον. Μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο «Euronews», περιέγραψε τη στρατηγική κατεύθυνση της κεφαλαιοκρατίας σε ό,τι αφορά την Ελλάδα: «Η ανάπτυξη είναι ένα ερώτημα-κλειδί. Γιατί η Ελλάδα αντιμετωπίζει τόση δυσκολία για να μπει σε τροχιά ανάπτυξης; Διότι έχει πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Για το λόγο αυτό πρέπει να μειωθούν οι μισθοί, κάτι το οποίο είναι οδυνηρό, αλλά απολύτως αναγκαίο (...) Είναι ο μοναδικός τρόπος να πουλήσει αυτά που παράγει, όταν οι άλλες χώρες έχουν χαμηλότερες τιμές».


Τα ίδια επανέλαβε στο «Εθνος της Κυριακής»: «Το πρόβλημα του χρέους είναι τεράστιο, αλλά υπάρχει και πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Και δεν μπορεί να λύσετε το ένα χωρίς να λύσετε το άλλο. Ακόμα και αν εξαφανίζατε το χρέος με κάποιο μαγικό ραβδί, παραμένει το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας (...) Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό μπορεί να γίνει με την υποτίμηση νομίσματος. Το δύσκολο πράγμα είναι ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να το κάνει, αφού έχει το ευρώ (...) Γι' αυτό είχατε αυτή την περικοπή στους μισθούς, είναι ανάγκη να γίνετε πιο ανταγωνιστικοί».


Οταν ρωτήθηκε για τις δηλώσεις Στρος-Καν ο Παπακωνσταντίνου (μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup), προσπάθησε να ακροβατήσει: «Η Ελλάδα έχει πράγματι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα ανταγωνιστικότητας. Το μεγάλο ζήτημα αυτό είναι, κυρίως, θέμα διαρθρωτικό, είναι θέμα θεσμών, είναι θέμα και τιμών. Σε ένα βαθμό έχει να κάνει και με το μισθολογικό κόστος, το οποίο, όμως, έτσι και αλλιώς θα είναι συγκρατημένο για τα επόμενα χρόνια, εξ αιτίας και των μειώσεων στο Δημόσιο τομέα, αλλά και των ευρύτερων αλλαγών που προωθού-νται, για να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας. (…) Ο κ. Στρος-Καν είπε ότι στον ιδιωτικό τομέα πρέπει να υπάρξει μείωση μισθών, για να μπορέσει να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Εμείς έχουμε πει επανειλημμένα ότι το θέμα της ανταγωνιστικότητας στον ιδιωτικό τομέα δεν περνάει μόνο από τους μισθούς. (…) Ετσι κι αλλιώς, θα υπάρξει και από τη μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα μια επίπτωση και στο μισθολογικό κόστος και στον ιδιωτικό τομέα. (…) Είναι προφανές ότι οι εξαγωγές μιας χώρας βελτιώνονται, όταν η μισθολογική εξέλιξη είναι πιο αργή από τη μισθολογική εξέλιξη σε χώρες που πουλάνε προϊόντα, τα οποία ανταγωνίζονται τη χώρα. Νομίζω πως αυτό είναι προφανές και αυταπόδεικτο από μόνο του».


Ως προς τι πρόκειται να γίνει, τα πράγματα είναι κάτι παραπάνω από σαφή. Ο Στρος-Καν κόβει, ο Παπακωνσταντίνου ράβει. Ο Στρος-Καν τα λέει «χοντρά», ο Παπακωνσταντίνου τα εισάγει με πιο «ήπιο» τρόπο στην εσωτερική ατζέντα. Εκεί που πριν δυο βδομάδες μας έλεγαν ότι δεν χρειάζεται να πειραχτούν οι μισθοί, γιατί θα επηρεαστεί η ανάπτυξη, τώρα μας λένε ότι η «ανταγωνιστικότητα», άρα και η ανάπτυξη, περνάει και από τη «συγκράτηση» των μισθών (και όσων άλλων συνδέονται με τους μισθούς, όπως οι εργασιακές σχέσεις, το δίκαιο των απολύσεων, η κοινωνική ασφάλιση κ.λπ.).


Για να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι από τη σκοπιά τους έχουν δίκιο. Μια μεσαίου επίπεδου καπιταλιστική οικονομία, όπως η ελληνική, η οποία δε μπορεί να στηριχτεί στην άνοδο της παραγωγικότητας της κοινωνικής εργασίας, η οποία παραμένει αποκλειστικό προνόμιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, μπορεί να γίνει ελκυστική για το κεφάλαιο μόνο όταν αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, ο οποίος καθορίζεται από το επίπεδο των μισθών και από τις εργασιακές σχέσεις.


Τι θα γινόταν αν η εργατική τάξη της Ελλάδας κατάφερνε να σαρώσει όλα τα μέτρα που τείνουν στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης (αυτά που περιγράφονται στο περιβόητο Μνημόνιο με την ιμπεριαλιστική τρόικα); Αφαιρώντας τους πολιτικούς όρους (ένα τέτοιο κατόρθωμα είναι σίγουρο ότι θα σάρωνε κυβερνήσεις και θα βύθιζε το σύστημα σε πολιτική κρίση) και στεκόμενοι μόνο στο οικονομικό σκέλος, μπορούμε να απαντήσουμε ότι οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις που εξακολουθούν να λειτουργούν θα μείωναν σημαντικά το ποσοστό κέρδους τους, προκειμένου να πωλούν τα εμπορεύματα στην αξία τους. Με άλλα λόγια, θα άλλαζε η σχέση ανάμεσα στο κεφαλαιοκρατικό κέρδος και την τιμή της εργατικής δύναμης. Ταυτόχρονα, όμως, οι καπιταλιστές θα κήρυτταν επενδυτική απεργία. Κανένας ξένος δεν θα ερχόταν να επενδύσει με τέτοιους όρους, ενώ και οι ντόπιοι θα αναζητούσαν τρόπους να βγάλουν τα κεφάλαιά τους έξω, για να τα επενδύσουν (παραγωγικά ή παρασιτικά) εκεί που θα έπαιρναν τουλάχιστον το ποσοστό κέρδους που έπαιρναν πριν.


Ουσιαστικά, αμέσως παραπάνω περιγράψαμε μια κατάσταση που μόνο για μια μεταβατική περίοδο μπορεί να υπάρξει. Η πλάστιγγα αναγκαστικά θα γείρει. ‘Η προς την κατεύθυνση που θέλει το κεφάλαιο ή… Τι πρέπει να συμπληρώσουμε μετά το δεύτερο «ή»; Διάφοροι οπορτουνιστές (βλέπε ΣΥΝ) περιγράφουν ως πρόταγμά τους έναν εξανθρωπισμένο καπιταλισμό, όπου τα πάντα λειτουργούν υπέρ του εργαζόμενου ανθρώπου. Αλλοι οπορτουνιστές καμουφλάρονται πίσω από ιδεολογήματα όπως αυτό της «λαϊκής» οικονομίας, που δεν είναι ούτε καπιταλισμός ούτε κομμουνισμός, αλλά ένα απροσδιόριστο υβρίδιο, το οποίο δε μπορεί μεν να σταθεί με επιστημονικούς όρους, φέρνει όμως ψήφους (ή διατηρεί τους ήδη υπάρχοντες).


Οποιος δεν θέλει να κοροϊδεύει ούτε τον εαυτό του ούτε τους εργαζόμενους, όμως, οφείλει να παραδεχτεί (και να το διακηρύσσει), ότι διέξοδος μπορεί να υπάρξει μόνο στον κομμουνισμό. Από άποψη πολιτικής οικονομίας αυτό σημαίνει πρωτίστως ότι η ελληνική οικονομία βγαίνει έξω από τον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας. Μόνο πάνω στο έδαφος μιας αυτοδύναμης ανάπτυξης μπορεί να οικοδομηθούν σοσιαλιστικές σχέσεις στην παραγωγή. Μόνο έτσι μπορεί να σταματήσει να υπάρχει κεφάλαιο και εργατική δύναμη. Εδώ, βέβαια, αναφερόμαστε μόνο σε ένα γενικό σχήμα, το οποίο πρέπει να «γεμίσει» με άπειρες παραμέτρους, όμως σκοπός του σημειώματος δεν είναι να περιγράψει τη μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία, αλλά να δείξει τα αδιέξοδα του οπορτουνισμού.


Ο αμυντικός αγώνας είναι σημαντικός από κάθε άποψη, γιατί μόνο μέσα σ’ αυτόν τον αγώνα μπορούν ν’ αλλάξουν οι συνειδήσεις (με την παρέμβαση «απ’ έξω») και όχι σε κάποιο ανύπαρκτο εργαστήριο. Ομως, ο αμυντικός αγώνας είναι σισύφειος. Κερδίζεις κάτι σε μια φάση, σου το παίρνουν αργότερα. Ανακόπτεις μια επίθεση, επανέρχονται αργότερα που θα σε βρουν αδύναμο. Οι κύκλοι της καπιταλιστικής κρίσης καθορίζουν και το βαθμό εκμετάλλευσης.



Πέτρος Γιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.